πλουτοδότειρα Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πλουτοδότειρα, ας, adj. f. c. πλουτοδοτήρ, Orph. H. 39, 3 ; Luc. D. mer. 7, 1. πλουτοδότειρα -ας, ἡ [~ πλουτοδότης] schenkster van rijkdom (van Demeter). πλουτοδότειρα, ἡ, fem. von πλουτοδοτήρ, Reichtumgeberin, Orph. H. 39.3, Luc. D.Mer. 7.1.