πλουτοδοτήρ
πλουτο-δοτήρ, ῆρος, ὁ, = sq., epith. of Apollo, AP 9.525.17:—fem. πλουτο-δότειρα, θεά, of Demeter, Orph. H. 40.3, cf. Fr. 302, Luc. DMeretr. 7.1.
πλουτο·δοτήρ, ῆρος, adj. m. c. le suiv. Anth. 9, 525, 17.
πλουτοδοτήρ, ῆρος, ὁ, = πλουτοδότης, Apollo, Hymn. (IX.525.17).