ποιμένιος
ποιμέν-ιος, α, ον, rare synonym of ποιμενικός, κάματοι, δόναξ, AP 6.73 (Maced.), APl. 16.226 (Alc.).
ποιμένιος, α, ον, de berger, pastoral, Eur. fr. 740 Nauck (var. ποίμνια); Anth. 6, 73 ; 8, 22, etc. ; τὸ ποιμένιον, Opp. C. 3, 264 ; 4, 269, troupeau de moutons.
Étym. ποιμήν.
ποιμένιος, seltnere poet. Form statt ποιμενικός ; Col. 109 ; νάπαι, Ep.adesp. 647 (VII.717); δόναξ, Alc. 12 (Plan. 226); Jacobs AP p. 866.
ποιμένιος, α, ον
= ποιμενικός, Anth.