Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποδοφύλαξ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποδίστρα
ποδογλυφεῖον
ποδοῖιν
ποδοῖϊν
ποδοκάκη
ποδοκάκκη
ποδοκεῖν
ποδοκέφαλον
ποδοκοίλιον
ποδόκοιλον
ποδοκρουστία
ποδοκτυπέω
ποδοκτύπη
ποδόμακτρον
ποδομερής
ποδονιπτήρ
ποδόνιπτρον
ποδοπέδη
ποδορραγής
ποδορρώη
ποδορρώρη
ποδόρρωρος
ποδὸς ῥυτίς
ποδόστημα
ποδοστράβη
ποδοστρόφια
ποδόστροφον
ποδότης
ποδοτρόχαλος
ποδουχέω
ποδοφύλαξ
ποδοχέω
ποδοψέλιον
ποδόψηστρον
ποδοψοφία
ποδοψόφιον
ποδοψόφος
ποδόω
ποδώκεια
ποδώκης
ποδωκία
ποδῶκυς
πόδωμα
ποδώνυχος
ποδωτός
ποεσιτρόφος
ποεσίχροος
πόεστι
ποέχομαι
ποέω
πόη
ποηλογέω
Ποήσιος
ποηφαγέω
ποηφαγής
ποηφαγία
ποηφάγος
ποηφόρος
ποθαίνω
ποθᾶκον
ποθέεσκε
…
ποδοφύλαξ
Save
LSJ
ποδο-φύλαξ [ῠ], ᾰκος, ὁ,
= ποδοκάκκη,
Lyd.
Mag.
1.46 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}