ποδόνιπτρον Save Bailly 2024 Pape ποδό·νιπτρον, ου (τὸ) c. ποδάνιπτρον, Jos. A.J. 8, 2, 5. ποδόνιπτρον, τό, sp. Form statt ποδάνιπτρον, Iambl., s. Lobeck Phryn. 689.