Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποδοκοίλιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποδηγικός
ποδηγός
ποδηνεκής
ποδήνεμος
ποδήρης
ποδηροφορέω
Ποδῆς
ποδί
ποδία
ποδιάζειν
ποδιαῖος
ποδίζω
πόδικε
ποδικός
ποδίκρα
ποδίκροτος
πόδιον
ποδίς
ποδίσκος
ποδισμός
ποδιστήρ
ποδιστί
ποδίστρα
ποδογλυφεῖον
ποδοῖιν
ποδοῖϊν
ποδοκάκη
ποδοκάκκη
ποδοκεῖν
ποδοκέφαλον
ποδοκοίλιον
ποδόκοιλον
ποδοκρουστία
ποδοκτυπέω
ποδοκτύπη
ποδόμακτρον
ποδομερής
ποδονιπτήρ
ποδόνιπτρον
ποδοπέδη
ποδορραγής
ποδορρώη
ποδορρώρη
ποδόρρωρος
ποδὸς ῥυτίς
ποδόστημα
ποδοστράβη
ποδοστρόφια
ποδόστροφον
ποδότης
ποδοτρόχαλος
ποδουχέω
ποδοφύλαξ
ποδοχέω
ποδοψέλιον
ποδόψηστρον
ποδοψοφία
ποδοψόφιον
ποδοψόφος
ποδόω
ποδώκεια
…
ποδοκοίλιον
Save
LSJ
ποδο-κοίλιον, τό, written
-κύλιον,
dub. sens. in
Sammelb.
2253.16.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}