ποδοκρουστία
ποδοκρουστία, a stamping with the feet
ποδο-κρουστία, ἡ,
- stamping with the feet, Str. 10.3.15 (pl.).
ποδο·κρουστία, ας (ἡ) battement de pieds en signe d’approbation, Str. 470.
Étym. πούς, κρούω.
ποδοκρουστία, ἡ, das Stampfen mit den Füßen, Strab. 10.3.15.
ποδοκρουστία
ποδο-κρουστία, ἡ,
- a stamping with the feet, Strab.