ποιοτρόφος Save Bailly 2024 Pape ποιο·τρόφος, ος, ον, qui nourrit les plantes, Opp. C. 1, 460. Étym. ποία, τρέφω. ποιοτρόφος, = ποιητρόφος, Opp. Cyn. 1.460.