ποιοφάγος Save LSJ Bailly 2024 Pape ποιο-φάγος [ᾰ], ον, = ποιηφάγος, Opp. C. 2.613. ποιο·φάγος, ος, ον [ᾰ] c. ποηφάγος, Opp. C. 2, 613. ποιοφάγος, = ποιηφάγος, Opp. Cyn. 2.613.