ποινήτωρ
ποινήτωρ, avenging
ποιν-ήτωρ, ορος, ὁ,
- = ποινάτωρ, Nonn. D. 8.281, 48.402.
- II Adj. avenging, ib. 21.145, al.
ποινήτωρ, ορος, adj. m. c. ποινητήρ, Nonn. D. 29, 355, etc.
ποινήτωρ, ορος, ὁ, = ποινητήρ, Nonn. S. ποινάτωρ.