πολλαπλασίων
πολλαπλασίων, many times as many, many times more
πολλαπλᾰσί-ων, ον, gen. ονος,
- = πολλαπλάσιος, Num.Chron. 1905.114 (Abonuteichos, ii B. C.), Plb. 35.4.4, Plu. Apophth. Lac. 2.215b: c. gen., Phld. Sign. 9. Adv. -όνως Poll. 4.164.
πολλαπλασίων, ων, ον, gén. ονος [ᾰσ] c. πολλαπλάσιος, Pol. 35, 4, 4 ; Plut. M. 215b.
πολλαπλασίων, ον, = πολλαπλάσιος ; Pol. 35.4.4 ; Plut. oft u. a.Sp.
• Adv. πολλαπλασιόνως , Poll. 4.164.
• Adv. πολλαπλασιόνως , Poll. 4.164.