πολλάκι
πολλάκι, often
πολλάκι [ᾰῐ] adv. poét. c. le suiv. Il. 3, 232, etc. ; Od. 16, 443 ; Hh. 19, 12 ; Eschl. Sept. 227, Suppl. 131 ; Soph. Ph. 1456 ; inus. en prose.
πολλάκι, ion. u. poet. = πολλάκις.
πολλᾰκῐ, (ς)
- 1often ἄπιστον ἐμήσατο πιστὸν ἔμμεναι τὸ πολλάκις O. 1.32 κελαδέοντι μὲν ἀμφὶ Κινύραν πολλάκις φᾶμαι P. 2.15 θυμὸν ἐκδόσθαι πρὸς ἥβαν πολλάκις P. 4.295 καὶ τὸ σιγᾶν πολλάκις ἐστὶ σοφώτατον ἀνθρώπῳ νοῆσαι N. 5.18 ἦ μὰν πολλάκι καὶ τὸ σεσωπαμένον εὐθυμίαν μείζω φέρει I. 1.63 πολλάκι Pae. 6.182 ]πολλάκις[ Pae. 12.27 πολλάκι ματέρʼ ἐρώτων οὐρανίαν πτάμεναι νοήματι πρὸς Ἀφροδίταν (Boeckh: πολλάκις codd.) fr. 122. 4.
πολλάκι , πολλάκις: many times, often.