πολλαπλασιασμός
πολλαπλασιασμός, multiplication
πολλαπλᾰσι-ασμός, ὁ,
- multiplication, Plu. E apud Delph. 2.388c, Gal. 7.509, Procl. in Euc. p.151 F.
πολλαπλασιασμός, οῦ (ὁ) [πλᾰ] multiplication, Plut. M. 388c ; Procl. Eucl. p. 151, l. 1.
Étym. πολλαπλασιάζω.
πολλαπλασιασμός, ὁ, = πολλαπλασίασις, Sp.; Multiplikation, Plut. de Εἰ ap. Delph. 8.