πολλαπλασίωσις
πολλαπλασίωσις, multiplication
πολλαπλᾰσί-ωσις, εως, ἡ,
- multiplication, Pl. R. 587e, Arist. Pol. 1308b5, Metaph. 1092b33 (pl., -άσεσιν Alex.Aphr. ad loc.).
πολλαπλασίωσις, εως (ἡ) [ᾰσ] multiplication, Plat. Rsp. 587e ; Arstt. Pol. 5, 8, 11, etc.
Étym. πολλαπλασιόω.
πολλαπλασίωσις, ἡ, = πολλαπλασίασις ; Plat. Rep. IX.587e ; Arist. Pol. 5.8 u. Sp.
πολλαπλασίωσις
from πολλαπλᾰσιόω
πολλαπλᾰσίωσις, εως,
- multiplication, Plat.