πολλαπλασιότης
πολλαπλασιότης, the being a multiple
πολλαπλᾰσι-ότης, ητος, ἡ,
- the being a multiple, Theol.Ar. 52, Iamb. in Nic. p.38 P., al.
πολλαπλασιότης, ητος (ἡ) [ᾰσ] qualité de multiple, t. d’arithm. Jambl. Nicom. ar. 52.
Étym. πολλαπλάσιος.
πολλαπλασιότης, ἡ, das Vielfache, Iambl. arithm.