Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολίωμα
πολίωμα, greyness
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολιτευτέον
πολιτευτής
πολιτεύω
πολιτηΐη
πολίτης
Πολίτης
πολιτίζω
πολιτικεύομαι
πολιτικοπραιτώριος
πολιτικός
πολιτικῶς
πολῖτις
πολιτισμός
πολιτογραφέω
πολιτογραφία
πολιτογράφος
πολιτοκάπηλος
πολιτοκοπέω
πολιτοκοπία
πολιτοκόπος
πολιτοφθόρος
πολιτοφυλακέω
πολιτοφυλακία
πολιτοφύλαξ
Πολίχνα
πολίχνη
Πολίχνη
πολίχνιον
Πολιχνίτης
πολιώδης
πολίωμα
Πολίων
πολίωσις
πολλά
Πόλλα
πολλαγόρασος
πολλαδελφία
πολλάκι
πολλάκις
Πολλαλέγων
πολλαπλασιάζω
πολλαπλασίασις
πολλαπλασιασμός
πολλαπλασιεπιμερής
πολλαπλασιεπιμόριος
πολλαπλασιόνως
πολλαπλάσιος
πολλαπλασιότης
πολλαπλασιόω
πολλαπλασίων
πολλαπλασίως
πολλαπλασίωσις
πολλαπλήσιος
πολλαπλησίως
πολλαπλόος
πολλαπλοῦς
πολλασταῖος
πολλατεκνία
πολλαχῇ
πολλαχόθεν
πολλαχόθι
…
πολίωμα
Save
πολίωμα, greyness
LSJ
πολί-ωμα, ατος, τό,
greyness,
Eust.
565.9.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}