πολλαγόρασος Save LSJ Bailly 2024 πολλᾰγόρᾰσος, ον, = ὁ πολλὰ ὠνούμενος, Pherecr. 126. πολλ·αγόρασος, ος, ον [ᾰᾰ] grand acheteur, Phérécr. (Com. fr. 2, 320). Étym. πολύς, ἀγοράζω.