πολυκερδία Save Bailly 2024 Pape πολυκερδία, ας (ἡ) [ῠ] c. πολυκέρδεια, Adam. Physiogn. 2, 26. πολυκερδία, ἡ, = πολυκέρδεια, Adamant. phys. 2.26.