πολυκέντητος
πολῠ-κέντητος, ον,
- gloss on πολύκεστος, Hsch., Suid., cf. EM 506.49, Eust. 425.24.
πολυ·κέντητος, ος, ον [ῠ] c. πολύκεστος, Nyss.
Étym. π. κεντέω.
πολυκέντητος, = πολύκεστος, VLL.