πολύκαυλος
πολύκαυλος, many-stalked
πολῠ-καυλος, ον,
- many-stalked, Thphr. HP 4.6.8, 7.2.8.
πολύ·καυλος, ος, ον [ῠ] aux nombreuses tiges, Th. H.P. 7, 2, 8.
Étym. π. καυλός.
πολύκαυλος, vielstielig, Theophr.