πολυκατασκεύαστος
πολυκατασκεύαστος, elaborately wrought
πολῠ-κατασκεύαστος, ον,
- elaborately wrought, Sch.D Il. 3.358.
πολυκατασκεύαστος, mühsam od. sorgfältig bearbeitet, Gramm.
πολυκατασκεύαστος, elaborately wrought