Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυλογίζω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυκώτιλος
πολύλαϊς
πολυλαλέω
πολυλάλητος
πολυλαλία
πολύλαλος
πολυλαμπής
Πολυλαμπής
πολύλαος
πολύλεκτος
πολυλεξία
πολυλέξις
πολύλευκτον
πολυλήϊος
πολυλήμματος
πολυλίμενος
πολυλιμενότης
πολύλιμος
πολύλιστος
πολυλιτάνευτος
Πολυλλίδης
πολύλλιθος
πολύλλιστος
πολυλλιτάνευτος
πολύλλιτος
Πόλυλλος
πολύλοβος
πολυλογέω
πολυλογητέον
πολυλογία
πολυλογίζω
πολύλογος
πολυλόγος
πολύλοπος
πολύλυπος
πολύλυχνον
πολυμάθεια
Πολυμάθεια
πολυμαθέω
πολυμαθημοσύνη
πολυμαθήμων
πολυμαθής
πολυμαθία
πολυμαθῶς
πολύμακαρ
πολυμακάριστος
πολύμαλλος
πολύμαλος
πολυμανής
πολυμάντευτος
πολυμάσχαλος
πολυμάταιος
πολυμάχητος
πολυμάχιμος
πολύμαχος
Πολύμαχος
πολυμεγέθης
πολυμέδιμνος
πολυμεθής
πολυμέλαθρος
πολυμελής
…
πολυλογίζω
Save
LSJ
πολυ-λογίζω,
= φλυαρέω, Sch.
Ar.
Pl.
575.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}