Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυμαθῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυλήϊος
πολυλήμματος
πολυλίμενος
πολυλιμενότης
πολύλιμος
πολύλιστος
πολυλιτάνευτος
Πολυλλίδης
πολύλλιθος
πολύλλιστος
πολυλλιτάνευτος
πολύλλιτος
Πόλυλλος
πολύλοβος
πολυλογέω
πολυλογητέον
πολυλογία
πολυλογίζω
πολύλογος
πολυλόγος
πολύλοπος
πολύλυπος
πολύλυχνον
πολυμάθεια
Πολυμάθεια
πολυμαθέω
πολυμαθημοσύνη
πολυμαθήμων
πολυμαθής
πολυμαθία
πολυμαθῶς
πολύμακαρ
πολυμακάριστος
πολύμαλλος
πολύμαλος
πολυμανής
πολυμάντευτος
πολυμάσχαλος
πολυμάταιος
πολυμάχητος
πολυμάχιμος
πολύμαχος
Πολύμαχος
πολυμεγέθης
πολυμέδιμνος
πολυμεθής
πολυμέλαθρος
πολυμελής
πολυμελπής
πολυμεμφής
πολυμέρεια
πολυμερής
πολυμέριμνος
πολυμέριστος
πολυμέρμερος
πολυμερῶς
πολύμεσος
πολυμετάβλητος
πολυμετάβολος
πολυμετρία
πολύμετρος
…
πολυμαθῶς
Save
Bailly 2024
πολυμαθῶς
[
ῠᾰ
]
adv.
avec un grand savoir,
Clém.
805
b
.
Étym.
πολυμαθής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}