πολυμαθημοσύνη
πολυ-μᾰθημοσύνη, Ep. πουλ-, ἡ,
- = πολυμαθία, Timo 20.
*πολυμαθημοσύνη, épq. πουλυμαθημοσύνη, ης (ἡ) [ῠᾰῠ] c. πολυμαθία, Timon (Ath. 610b).
Étym. πολυμαθής.
πολυμαθημοσύνη, ἡ, = πολυμάθεια, Hippo u. Timon bei Ath. XIII.610b, in poet. Form πουλυμαθημοσύνη.