πολυμάχητος
πολυμάχητος, much-fought-for
πολυ-μάχητος [μᾰ], ον,
- much-fought-for, Luc. Cyn. 8.
πολυ·μάχητος, ος, ον [ῠᾰ] pour qui l’on a fortement, souvent ou longtemps combattu, Luc. Cyn. 8.
Étym. π. μάχομαι.
πολυμάχητος, viel od. oft bestritten, Luc. Cynic. 8.
πολυμάχητος
πολῠ-μάχητος, ον,
μάχομαι
- much-fought-for, Luc.