πολυμήκης
πολυμήκης, very long
πολυ-μήκης, ες, (μῆκος)
- very long, αὐλός v.l. in Poll. 4.67.
πολυ·μήκης, ης, ες [ῠ] très long, Syn. 73d.
Étym. π. μῆκος.
πολυμήκης, ες, sehr lang, Poll.
πολυμήκης, very long