πολυστελέχης
πολυστελέχης, with many stems
πολυ-στελέχης, ες,
- with many stems, Thphr. HP 1.3.1.
πολυ·στελέχης, ης, ες, c. le suiv. Th. H.P. 1, 3, 1.
πολυστελέχης, ες, = πολυστέλεχος, zw.
πολυστελέχης, with many stems