πολύστειος Save LSJ Bailly 2024 Pape πολύ-στειος, v. πολύστιος. πολύ·στειος ou πολύ·στιος, ος, ον, couvert de cailloux, Call. Jov. 26. Étym. π. στία. πολύστειος, = πολύστιος, Nic. Th. 950, Schol. erkl. πολύψηφος, v.l. von πολύμνιος.