πολύστημος
πολύστημος, thick-woven
πολύ-στημος, ον, (στῆμα)
- thick-woven, Hsch. s.v. στημνίον.
πολύστημος, mit vielen Einschlagsfäden, Hesych. v. στημόνιον.
πολύστημος, thick-woven