πολύστεπτος Save Bailly 2024 Pape πολύ·στεπτος, ος, ον, c. le suiv. P. Sil. Ecphr. amb. 269. Étym. π. στέφω. πολύστεπτος, = πολυστέφανος, Paul.Sil. Ambo 269.