πολυτιμώρητος
πολυτιμώρητος, much-punished
πολῠτῑμ-ώρητος, ον,
- much-punished, Suid., Tz.ad Lyc. 1047.
πολυτιμώρητος, [ῑ], sehr gestraft, Schol. Lycophr. 1047.
πολυτιμώρητος, much-punished