πολυτιμία Save πολυτιμία, high price LSJ Bailly 2024 πολῠτῑμ-ία, ἡ, high price, Iamb. VP 3.14. πολυτιμία, ας (ἡ) [τῑ] haut prix, Jambl. V. Pyth. 40. Étym. πολύτιμος.