ποτητός
ποτητός, flying, winged
ποτητός, ή, όν, (ποτάομαι)
- flying, winged: ποτητά, τά, fowls, birds, Od. 12.62: sg., A.R. 4.1240.
ποτητός, ή, όν, qui vole : τὰ ποτητά, Od. 12, 62, les volatiles, les oiseaux.
Étym. ποτάομαι.
ποτητός, fliegend, οὐδὲ ποτητὰ παρέρχεται, Od. 12.62, auch nicht einmal Vögel.
ποτητός
[ποτάομαι.]
Winged.
Absol. in neut. pl., birds : τῇ οὐδὲ ποτητὰ παρέρχεται Od. 12.62.
ποτητός (ποτάομαι): flying; subst. ποτητά, birds, Od. 12.62†.
ποτητός, ή, όν
ποτάομαι
- flying, winged: ποτητά, τά, fowls, birds, Od.