ποτιστάζω
ποτιστάζω, Dor. for προσστάζω, Pi. O. 6.76, P. 4.137.
ποτι·στάζω, v. προσστάζω.
ποτιστάζω, dor. statt προσστάζω.
ποτιστάζω
- 1distil met. οἷς ποτε πρώτοις ἐλαυνόντεσσιν ποτιστάξῃ Χάρις εὐκλέα μορφάν (vv. ll. ποτιστάζει, -στάξει) O. 6.76 πραὺν δʼ Ἰάσων μαλθακᾷ φωνᾷ ποτιστάζων ὄαρον P. 4.137