ποτίστασις
ποτίστασις, admission (to plead)
ποτίστᾰσις, ιος, ἡ, Dor. for πρόσ-, (προσίστημι)
- admission, αἱ ἐκ ποτιστάσιος δίκαι suits brought by persons admitted to plead, SIG 629.21 (Delph., ii B.C.).