πότισμα
πότισμα, draught
πότ-ισμα, ατος, τό,
- draught, Asclep. ap. Gal. 14.137.
πότισμα, ατος (τὸ) potion, Diosc. 1, 24, 7.
Étym. ποτίζω.
πότισμα, τό, der Trank, Diosc.
π. καλόν
pócima eficaz