πραγματώδης
πραγματώδης, laborious, troublesome
πραγμᾰτώδης, ες,
- = πραγματοειδής, laborious, αἱ ἁλύσεις πρὸς τὰ τοιαῦτα -ῶδες Aen.Tact. 39.7: Sup., Id. 31.16; tedious, συγγράμματα Isoc. 10.2 (Comp.); οὐδέν ἐστι -ωδέστερον D. 19.270; πραγματῶδες τὸ τοῦτο παρατηρεῖν Phld. Rh. 2.44 S.
πραγματώδης, ης, ες [μᾰ] laborieux, pénible, fatigant, Isocr. 208c ||
Cp. πραγματωδέστερος, Dém. 427, 20.
Étym. πρ. -ωδης.
πραγματώδης, ες, = πραγματοειδής ; Isocr. 10.2 ; Dem. 19.270 vrbdt οὐδέν ἐστι πραγματωδέστερον οὐδʼ ὀχληρότερον.
πραγματώδης
πραγμᾰτ-ώδης, ες
εἶδος
- laborious, troublesome: adv. -δως, comp. -έστερον Dem.