πραγματογραφέω Save Bailly 2024 Pape πραγματο·γραφέω-ῶ [μᾰᾰ] écrire un récit détaillé, Chrys. Étym. πρᾶγμα, -γραφος de γράφω. πραγματογραφέω, eine Sache beschreiben, Sp.