πραγματοδίφης
πραγματοδίφης, one who hunts after lawsuits, a pettifogger
πραγμᾰτο-δίφης [ῑ], ου, ὁ,
- one who hunts after lawsuits, pettifogger, Ar. Av. 1424.
πραγματο·δίφης, ου (ὁ) [μᾰῑ] chercheur d’affaires, chicaneur, Ar. Av. 1424.
Étym. π. διφάω.
πραγματοδίφης, ὁ, der Händelsucher, Ar. Av. 1424.
πραγματοδίφης
πραγμᾰτο-δί_φης, ου, ὁ,
διφάω
- one who hunts after lawsuits, a pettifogger, Ar.