πραγμάτευμα
πραγμάτευμα, business, concern
πραγμᾰτ-ευμα, ατος, τό,
- business, concern, τὸ π. τὸ τῶν ῥητόρων Phld. Rh. 1.82 S., cf. 79S.
πραγμάτευμα, business, concern