Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρασόσπερμον
πρασόσπερμον, leek-seed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρασεά
πρασεῖος
πρασιά
πρασιάζω
Πρασιαί
πρασιανός
Πρασιὰς λίμνη
πρασίζω
πρασιή
πράσιμος
πρασίμοχθος
πρασινίζω
πρασινοειδής
πράσινος
πρασινώδης
Πράσιοι
πράσιον
πράσιος
πρασιόω
πρᾶσις
πρασίτης
πρασίτης οἶνος
πρασῖτις
πρασοειδής
πρασόεις
πρασοκέφαλον
πρασοκουρίς
πρασόκουρον
πράσον
πρασόργη
πρασόσπερμον
πρασοφαγέω
πρασοφάγος
πρασόχροος
πρασόχρους
Πρασσαῖος
πρασσοφάγος
Πρασσοφάγος
πράσσω
πρασώδης
πρατά
Πραταλίδας
πρατέος
πρατεύς
πρατήνιον
πρατήρ
πρατήριον
πρατήριος
πράτης
πρατίας
πρατικός
Πρατίνας
πρατιστεύω
πράτιστος
πρατομηνία
πρατόπαις
πρατοπάμπαις
πρατορεύω
πρατός
πρᾶτος
πρατοτόκος
…
πρασόσπερμον
Save
πρασόσπερμον, leek-seed
LSJ
πρᾰσό-σπερμον, τό,
leek-seed,
Paul.Aeg.
7.11.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}