πρασόεις
πρασόεις, overgrown with seaweed
πρᾰσό-εις, εσσα, εν, (πράσον II)
- overgrown with seaweed, Opp. H. 1.107.
πρασόεις, όεσσα, όεν [ᾰ] c. πράσινος, Opp. H. 1, 107.
πρασόεις, εσσα, εν, lauchartig, Opp. Hal. 1.107.