πρασόκουρον
πρασόκουρον, a leek-slice
πρᾰσό-κουρον, τό, (κείρω)
- leek-slicer, AP 11.203, BGU 1522 (iii B.C.): Adj., δρέπανα πρασόκουρα PCair.Zen. 782 (a). 51 (iii B.C.).
πρασό·κουρον, ου (τὸ) [ᾰ] sarcloir pour couper les poireaux, Anth. 11, 203.
Étym. πράσον, κείρω.
πρασόκουρον, τό, Werkzeug, Lauch damit zu schneiden, Ep.adesp. 90 (XI.203).
πρασόκουρον
πρᾰσό-κουρον, ου, τό,
κείρω
- a leek-slice, Anth.