πρισμάτιον Save LSJ Bailly 2024 Pape πρισ-μάτιον, τό, Dim. of foreg. [πρῖσμα] II, Procl. Hyp. 4.88. πρισμάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. du préc. Procl. πρισμάτιον, τό, dim. von πρίσμα, als geometrischer Körper, Sp.