πρισματοκαύστης
πρισματοκαύστης, slowburning fire of sawdust
πρισ-μᾰτοκαύστης, ου, ὁ,
- slow-burning fire of sawdust, Ps.-Democr.Alch. p.52 B.:—πρισμᾰτόκαυστος, ον, forming such a fire, ἄνθρακες Zos.Alch. p.143 B.