πριστηροειδής
πριστηροειδής, like a saw
πρισ-τηροειδής, ές,
- like a saw, LXX Is. 41.15.
πριστηρο·ειδής, ής, ές, semblable à une scie, Spt. Esaï. 41, 15.
Étym. πριστήρ, εἶδος.
πριστηροειδής, ές, sägenartig, αἰχμή, Suid.