προκαθηγέτις Save Bailly 2024 *προ·καθηγέτις, dor. προκαθαγέτις [ᾰᾱγ] seul. voc. προκαθαγέτι (ἡ) fém. c. προκαθηγητής, Dionys. Hymn. 1, 6.