Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προκάλεσμα
προκάλεσμα, irritamentum
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προκαθεδοῦμαι
προκαθεδρία
προκαθέζομαι
προκαθεύδω
προκαθηγεμών
προκαθηγέομαι
προκαθηγέτης
προκαθηγέτις
προκαθηγητήρ
προκαθηγητής
προκάθημαι
προκαθιδρύομαι
προκαθιδρύω
προκαθιερόομαι
προκαθιζάνω
προκαθίζω
προκαθίημι
προκάθισις
προκαθίστημι
προκαθοράω
προκαθοσιόομαι
προκαθοσιόω
πρόκαιρος
προκαίω
προκακίζομαι
προκακόομαι
προκακοπαθέω
πρόκακος
προκακόω
προκαλέομαι
προκάλεσμα
προκαλέω
προκαλίζομαι
προκαλινδέομαι
προκαλινδέω
προκάλισμα
προκάλυμμα
προκαλύπτω
προκάλυψις
προκάμνω
προκάμπυλον
προκάμπυλος
προκάρδιον
προκάρηνος
προκαρόομαι
προκαρόω
προκάρπιον
προκάς
προκαταβαίνω
προκαταβάλλω
προκαταβάπτω
προκαταβλάπτω
προκατάβλημα
προκαταβολή
προκαταβρέχω
προκαταγγέλλω
προκατάγγελσις
προκαταγελάω
προκαταγέτης
προκαταγέτις
προκαταγιγνώσκω
…
προκάλεσμα
Save
προκάλεσμα, irritamentum
LSJ
προκάλ-εσμα [ᾰ], ατος, τό, =
irritamentum,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}