προκαλέομαι Save προκαλέομαι, challenge Autenrieth Homer προκαλέομαι , aor. προκαλέσσατο, imp. προκάλεσσαι, subj. προκαλέσσεται: challenge; χάρμῃ, μαχέσασθαι, Il. 7.218, Il. 3.432.