About Report a problem

Menu

προπετάννυμι

προπετάννυμι, to spread out before

προπετάννῡμι and προπεταννύω,
  • spread out before, ὑμᾶς αὐτοὺς προπετάσαντες ἡμῶν X. Cyr. 4.2.23; κυλικείου τοὐθόνιον προπέπταται Ar. Fr. 104: metaph., σκιαγραφίαν παλιτείας πρὸ τῆς ἀληθείας π. D.C. 52.7.

Saved

Recent